Μαθαίνουμε μόνο όταν κάποιος μας διδάσκει άμεσα; Μόνο όταν μας επιβραβεύουν ή μας τιμωρούν; Ή μήπως μαθαίνουμε πολύ περισσότερα απλώς παρατηρώντας τους άλλους;
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Albert Bandura έδωσε μια πολύ σημαντική απάντηση σε αυτό το ερώτημα: οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μόνο μέσα από προσωπική εμπειρία. Μαθαίνουν και παρατηρώντας τη συμπεριφορά των άλλων, βλέποντας τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς και αποφασίζοντας, συνειδητά ή ασυνείδητα, αν θα την υιοθετήσουν.
Με πιο απλά λόγια, δεν χρειάζεται πάντα να καείς για να μάθεις ότι η φωτιά καίει. Μπορεί να δεις κάποιον άλλον να καίγεται και να προσαρμόσεις τη δική σου συμπεριφορά.
Αυτή η ιδέα φαίνεται αυτονόητη σήμερα, αλλά ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την ψυχολογία, γιατί μετακίνησε τη συζήτηση πέρα από την απλή λογική του «ερέθισμα – αντίδραση». Ο Bandura έδειξε ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα παθητικό ον που απλώς αντιδρά σε επιβραβεύσεις και τιμωρίες. Παρατηρεί, σκέφτεται, συγκρίνει, προβλέπει και επηρεάζεται από το κοινωνικό του περιβάλλον.
Η θεωρία του παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη, ειδικά σε μια εποχή όπου τα παιδιά, οι έφηβοι και οι ενήλικες εκτίθενται διαρκώς σε πρότυπα συμπεριφοράς μέσα από την οικογένεια, το σχολείο, την εργασία, τα social media, τις σειρές, τους influencers και την καθημερινή κοινωνική ζωή.
Ποιος ήταν ο Albert Bandura;
Ο Albert Bandura ήταν Καναδοαμερικανός ψυχολόγος και μία από τις πιο σημαντικές μορφές της σύγχρονης ψυχολογίας. Το έργο του επηρέασε βαθιά την εκπαιδευτική ψυχολογία, την αναπτυξιακή ψυχολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία.
Σε μια εποχή όπου ο συμπεριφορισμός είχε μεγάλη επιρροή, ο Bandura υποστήριξε ότι η μάθηση δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από άμεση ενίσχυση και τιμωρία. Οι άνθρωποι μαθαίνουν και παρατηρώντας τι κάνουν οι άλλοι.
Αυτό ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τη γνωστική κατανόηση της συμπεριφοράς. Ο Bandura έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη σκέψη, στις προσδοκίες, στην προσοχή, στην αντίληψη και στην ικανότητα του ανθρώπου να επεξεργάζεται όσα βλέπει γύρω του.
Αργότερα, η θεωρία του εξελίχθηκε στη λεγόμενη κοινωνικογνωστική θεωρία, η οποία δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο άτομο, τη συμπεριφορά και το περιβάλλον.
Η βασική ιδέα: μαθαίνουμε παρατηρώντας
Στον πυρήνα της θεωρίας βρίσκεται η παρατήρηση.
Ένα παιδί βλέπει τον γονιό του να μιλάει με θυμό και σταδιακά μαθαίνει ότι έτσι εκφράζεται η διαφωνία. Ένας μαθητής βλέπει έναν συμμαθητή να επιβραβεύεται επειδή συμμετέχει στην τάξη και αρχίζει να σηκώνει κι εκείνος το χέρι του. Ένας εργαζόμενος παρατηρεί ότι όσοι μιλούν με αυτοπεποίθηση στις συναντήσεις παίρνουν περισσότερη προσοχή και αρχίζει να προσαρμόζει τη δική του παρουσία.
Η μάθηση δεν γίνεται μόνο όταν κάνουμε κάτι και βλέπουμε τι θα συμβεί. Γίνεται και όταν βλέπουμε τι συμβαίνει στους άλλους.
Αυτό ονομάζεται παρατηρησιακή μάθηση. Ο άνθρωπος παρατηρεί ένα πρότυπο, βλέπει τη συμπεριφορά του, παρατηρεί τις συνέπειες και στη συνέχεια μπορεί να αναπαράγει ή να αποφύγει αυτή τη συμπεριφορά.
Αν κάποιος βλέπει ότι μια συμπεριφορά φέρνει αποδοχή, θαυμασμό ή ανταμοιβή, είναι πιο πιθανό να τη μιμηθεί. Αν βλέπει ότι οδηγεί σε απόρριψη, τιμωρία ή ντροπή, είναι πιο πιθανό να την αποφύγει.
Το πείραμα με την κούκλα Bobo
Το πιο γνωστό πείραμα του Bandura είναι το πείραμα με την κούκλα Bobo.
Στη μελέτη αυτή, παιδιά παρακολούθησαν έναν ενήλικα να συμπεριφέρεται επιθετικά σε μια φουσκωτή κούκλα. Ο ενήλικας τη χτυπούσε, την έσπρωχνε και χρησιμοποιούσε επιθετικές εκφράσεις. Στη συνέχεια, τα παιδιά βρέθηκαν σε έναν χώρο όπου υπήρχε η ίδια κούκλα.
Τα παιδιά που είχαν παρακολουθήσει το επιθετικό πρότυπο ήταν πιο πιθανό να μιμηθούν παρόμοιες επιθετικές συμπεριφορές σε σχέση με παιδιά που δεν είχαν εκτεθεί σε αυτό το μοντέλο.
Το πείραμα έγινε διάσημο γιατί έδειξε ότι τα παιδιά μπορούν να μάθουν συμπεριφορές απλώς παρατηρώντας έναν ενήλικα, χωρίς να έχουν δεχτεί άμεση εντολή, ανταμοιβή ή τιμωρία.
Φυσικά, το πείραμα έχει δεχτεί και κριτική, όπως πολλά κλασικά πειράματα της ψυχολογίας. Δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που βλέπει επιθετική συμπεριφορά θα γίνει επιθετικό. Δεν σημαίνει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά εξηγείται μόνο με τη μίμηση. Δείχνει όμως κάτι σημαντικό: τα πρότυπα έχουν δύναμη.
Ιδιαίτερα στα παιδιά, αυτό που βλέπουν συχνά διδάσκει περισσότερο από αυτό που ακούν.
Τα τέσσερα στάδια της παρατηρησιακής μάθησης
Ο Bandura δεν πίστευε ότι η μίμηση γίνεται μηχανικά. Δεν βλέπουμε απλώς μια συμπεριφορά και την αντιγράφουμε αυτόματα. Για να μάθουμε μέσω παρατήρησης, χρειάζονται ορισμένα στάδια.
Το πρώτο είναι η προσοχή. Πρέπει να προσέξουμε τη συμπεριφορά. Αν το πρότυπο είναι σημαντικό για εμάς, αν το θαυμάζουμε, αν το φοβόμαστε ή αν έχει κύρος, είναι πιο πιθανό να τραβήξει την προσοχή μας.
Το δεύτερο είναι η συγκράτηση. Πρέπει να θυμηθούμε αυτό που είδαμε. Η συμπεριφορά αποθηκεύεται με κάποιον τρόπο στη μνήμη, ώστε να μπορούμε να την ανακαλέσουμε αργότερα.
Το τρίτο είναι η αναπαραγωγή. Πρέπει να είμαστε σε θέση να εκτελέσουμε τη συμπεριφορά. Μπορεί να παρατηρήσω έναν εξαιρετικό κιθαρίστα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορώ αμέσως να παίξω όπως εκείνος. Χρειάζονται δεξιότητες, εξάσκηση και ικανότητα.
Το τέταρτο είναι το κίνητρο. Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για να υιοθετήσω τη συμπεριφορά. Αν πιστεύω ότι θα μου φέρει θετικό αποτέλεσμα ή ότι θα αποφύγω κάτι αρνητικό, είναι πιο πιθανό να την εφαρμόσω.
Αυτά τα στάδια δείχνουν ότι η κοινωνική μάθηση δεν είναι απλή αντιγραφή. Είναι μια ενεργή διαδικασία, όπου ο άνθρωπος επιλέγει, αξιολογεί και προσαρμόζει όσα βλέπει.
Η έννοια της ενίσχυσης μέσα από τους άλλους
Ο Bandura μίλησε και για την έμμεση ή παρατηρούμενη ενίσχυση.
Δεν χρειάζεται να ανταμειφθώ εγώ προσωπικά για να μάθω ότι μια συμπεριφορά μπορεί να είναι ωφέλιμη. Αρκεί να δω κάποιον άλλον να ανταμείβεται.
Για παράδειγμα, αν ένας μαθητής βλέπει έναν συμμαθητή να παίρνει έπαινο επειδή προσπάθησε, μπορεί να ενθαρρυνθεί να προσπαθήσει κι εκείνος. Αν ένας εργαζόμενος βλέπει ότι η δημιουργική σκέψη αναγνωρίζεται στην ομάδα, μπορεί να αρχίσει να εκφράζει περισσότερες ιδέες. Αν ένα παιδί βλέπει ότι ένας αδελφός του αποφεύγει τις συνέπειες όταν λέει ψέματα, μπορεί να μάθει ότι το ψέμα «λειτουργεί».
Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την οικογένεια, το σχολείο και τον χώρο εργασίας. Οι άνθρωποι δεν παρατηρούν μόνο τι λέμε ότι επιβραβεύουμε. Παρατηρούν τι πραγματικά επιβραβεύουμε.
Μια εταιρεία μπορεί να λέει ότι θέλει συνεργασία, αλλά αν προάγει μόνο τους πιο ανταγωνιστικούς ανθρώπους, αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα. Ένας γονιός μπορεί να λέει ότι θέλει ειλικρίνεια, αλλά αν αντιδρά με υπερβολικό θυμό κάθε φορά που το παιδί λέει την αλήθεια, τότε το παιδί μπορεί να μάθει να κρύβεται.
Η κοινωνική μάθηση συμβαίνει όχι μόνο μέσα από τις δηλώσεις μας, αλλά και μέσα από τις συνέπειες που βλέπουν οι άλλοι γύρω μας.
Αυτο-αποτελεσματικότητα: η πίστη ότι μπορώ
Μία από τις πιο σημαντικές έννοιες που ανέπτυξε ο Bandura είναι η αυτο-αποτελεσματικότητα. Με απλά λόγια, είναι η πεποίθηση ενός ανθρώπου ότι μπορεί να τα καταφέρει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή να επηρεάσει ένα αποτέλεσμα.
Δεν είναι ακριβώς το ίδιο με την αυτοπεποίθηση. Η αυτοπεποίθηση είναι πιο γενική. Η αυτο-αποτελεσματικότητα είναι πιο συγκεκριμένη.
Μπορεί κάποιος να έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση σε κοινωνικές καταστάσεις, αλλά υψηλή αυτο-αποτελεσματικότητα στη δουλειά του. Μπορεί να πιστεύει ότι δεν είναι καλός στις παρουσιάσεις, αλλά να νιώθει πολύ ικανός στην ανάλυση δεδομένων.
Η αυτο-αποτελεσματικότητα επηρεάζει το πόσο εύκολα ξεκινάμε κάτι, πόσο επιμένουμε όταν δυσκολευόμαστε και πώς ερμηνεύουμε την αποτυχία.
Ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι μπορεί να μάθει κάτι, είναι πιο πιθανό να επιμείνει. Αντίθετα, κάποιος που πιστεύει ότι «δεν το έχει» μπορεί να τα παρατήσει πολύ νωρίς, ακόμη κι αν έχει δυνατότητες.
Αυτό έχει τεράστια σημασία στην εκπαίδευση, στην εργασία, στον αθλητισμό, στην ψυχοθεραπεία και στην προσωπική ανάπτυξη. Δεν αρκεί να έχει κάποιος ικανότητες. Χρειάζεται να πιστεύει, έστω λίγο, ότι μπορεί να τις χρησιμοποιήσει και να βελτιωθεί.
Η αμοιβαία σχέση ατόμου, συμπεριφοράς και περιβάλλοντος
Ο Bandura δεν έβλεπε τον άνθρωπο ως θύμα του περιβάλλοντός του. Ούτε όμως πίστευε ότι το άτομο λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτό.
Υποστήριξε μια πιο δυναμική σχέση: το άτομο, η συμπεριφορά και το περιβάλλον επηρεάζουν το ένα το άλλο.
Για παράδειγμα, ένας μαθητής που πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει συμμετέχει περισσότερο στην τάξη. Η συμμετοχή του μπορεί να φέρει θετικό feedback από τον δάσκαλο. Αυτό το feedback ενισχύει ακόμη περισσότερο την πίστη του στις δυνατότητές του.
Αντίστοιχα, ένας εργαζόμενος που νιώθει ότι δεν έχει φωνή μπορεί να σταματήσει να προτείνει ιδέες. Το περιβάλλον μετά τον βλέπει ως παθητικό. Αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο την απόσυρσή του.
Δεν επηρεαζόμαστε απλώς από το περιβάλλον. Με τη συμπεριφορά μας επηρεάζουμε και εμείς το περιβάλλον, το οποίο στη συνέχεια επηρεάζει ξανά εμάς.
Αυτή η αλληλεπίδραση είναι βασική στη σκέψη του Bandura.
Πού εφαρμόζεται η θεωρία της κοινωνικής μάθησης;
Η θεωρία του Bandura έχει εφαρμογές σχεδόν παντού.
Στην εκπαίδευση, δείχνει πόσο σημαντικό είναι το πρότυπο του δασκάλου. Ένας εκπαιδευτικός δεν διδάσκει μόνο μέσα από το μάθημα, αλλά και μέσα από τον τρόπο που αντιδρά στα λάθη, ενθαρρύνει την προσπάθεια, διαχειρίζεται τη σύγκρουση και δείχνει σεβασμό.
Στην οικογένεια, μας θυμίζει ότι τα παιδιά παρατηρούν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε. Δεν μαθαίνουν μόνο από τις συμβουλές. Μαθαίνουν από το πώς οι γονείς μιλούν μεταξύ τους, πώς διαχειρίζονται το άγχος, πώς ζητούν συγγνώμη και πώς φέρονται στους ανθρώπους γύρω τους.
Στον χώρο εργασίας, η θεωρία εξηγεί γιατί η κουλτούρα δεν χτίζεται μόνο με αξίες γραμμένες σε ένα site. Χτίζεται από το ποιες συμπεριφορές επιβραβεύονται, ποιοι άνθρωποι προάγονται, πώς μιλούν οι managers και τι θεωρείται αποδεκτό στην καθημερινότητα.
Στα social media, η κοινωνική μάθηση είναι πιο εμφανής από ποτέ. Οι άνθρωποι βλέπουν πρότυπα ζωής, σώματος, επιτυχίας, σχέσεων και κατανάλωσης. Συγκρίνουν τον εαυτό τους, μιμούνται συμπεριφορές και διαμορφώνουν προσδοκίες για το τι θεωρείται «φυσιολογικό», «ελκυστικό» ή «επιτυχημένο».
Τι πρέπει να προσέχουμε;
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης είναι πολύ χρήσιμη, αλλά δεν πρέπει να τη χρησιμοποιούμε απλοϊκά.
Δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αντιγράφουν ό,τι βλέπουν. Δεν σημαίνει ότι ένα παιδί γίνεται επιθετικό μόνο επειδή είδε επιθετικότητα. Δεν σημαίνει ότι τα social media «φταίνε» αυτόματα για κάθε συμπεριφορά.
Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πιο σύνθετη. Παίζουν ρόλο η προσωπικότητα, η οικογένεια, οι εμπειρίες, το κοινωνικό πλαίσιο, η βιολογία, οι αξίες, η ηλικία, η συχνότητα έκθεσης, η ποιότητα της σχέσης με το πρότυπο και το αν η συμπεριφορά φαίνεται να επιβραβεύεται.
Η αξία της θεωρίας του Bandura είναι ότι μας υπενθυμίζει κάτι πολύ πρακτικό: οι άνθρωποι μαθαίνουν μέσα σε περιβάλλοντα. Και τα περιβάλλοντα αυτά στέλνουν μηνύματα, ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνουν.
Συμπέρασμα
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Bandura άλλαξε τον τρόπο που κατανοούμε τη μάθηση και τη συμπεριφορά. Μας έδειξε ότι δεν μαθαίνουμε μόνο από αυτά που μας συμβαίνουν άμεσα, αλλά και από όσα παρατηρούμε στους άλλους.
Μαθαίνουμε από πρότυπα. Από συνέπειες. Από επιβραβεύσεις που βλέπουμε να δίνονται σε άλλους. Από συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται γύρω μας. Από ανθρώπους που θαυμάζουμε, φοβόμαστε ή θεωρούμε σημαντικούς.
Η θεωρία αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη γιατί μας καλεί να σκεφτούμε την ευθύνη που έχουμε ως γονείς, εκπαιδευτικοί, managers, φίλοι, επαγγελματίες και μέλη μιας κοινωνίας.
Γιατί είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, οι άνθρωποι γύρω μας μαθαίνουν και από εμάς.
Όχι μόνο από αυτά που λέμε.
Αλλά κυρίως από αυτά που κάνουμε.


